Αρχική ΟΙ ΔΗΜΟΙ ΜΑΣ Αιγάλεω Πουλούσαν «μαϊμού» προϊόντα ως γνήσια σε Περιστέρι και Αιγάλεω

Πουλούσαν «μαϊμού» προϊόντα ως γνήσια σε Περιστέρι και Αιγάλεω

Πουλούσαν

Συνελήφθησαν 20 άτομα ύστερα από συντονισμένες ενέργειες της αστυνομίας, για συμμετοχή σε κύκλωμα που πουλούσε προϊόντα «μαϊμού» ως γνήσια. Τέσσερις από τους συλληφθέντες είναι δημόσιοι λειτουργοί.

Μετά από έρευνες της αστυνομίας που διήρκεσαν οκτώ μήνες, εξαρθρώθηκε κύκλωμα που διακινούσε προϊόντα «μαϊμού» ως γνήσια.

Υπολογίζεται πως οι εγκληματικές οργανώσεις δρούσαν για τουλάχιστον 2-3 χρόνια με τα παράνομα έσοδα που προέκυψαν να εκτιμούνται σε ένα ποσό που αγγίζει τα 5 εκατ. ευρώ.

Όπως έγινε γνωστό από την ενημέρωση της Ελληνικής Αστυνομίας, εκτός των συλληφθέντων, κατηγορούνται ακόμα 66 άτομα. Τα απομιμητικά προϊόντα (γνωστών εμπορικών οίκων), φτιάχνονταν όλα στην Τουρκία και έρχονται στην Ελλάδα απ’ ευθείας από τη γειτονική μας χώρα ή μέσω Βουλγαρίας.

Τα «μαϊμού» προϊόντα διοχετεύονταν σε κανονικά καταστήματα και κυρίως σε περιφερειακά καταστήματα της Αττικής (Περιστέρι – Αιγάλεω) και στο κέντρο της Αθήνας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των κερδών που αποκόμιζαν οι κατηγορούμενοι αλλά και οι έμποροι είναι πως στα καταστήματα μια τσάντα μπορεί να κόστισε 1000 ευρώ (για τον καταναλωτή) ενώ οι καταστηματάρχες την είχαν προμηθευτεί έναντι 300 ευρώ και οι κατηγορούμενοι την είχαν αρχικά αγοράσει με 20 ευρώ.

Ειδικοί που εξέτασαν τα προϊόντα ανέφεραν πως ήταν «εξαιρετικές» οι απομιμήσεις που δεν μπορούσαν να τις ξεχωρίσουν ακόμα και οι αρμόδιοι των εταιριών.

Από τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας αξιοποιήθηκε κατάλληλα πληροφοριακό υλικό, και σε συνεργασία με την Υποδιεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας Βορείου Ελλάδος, πραγματοποιήθηκε συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση την 16η και 17η Δεκεμβρίου 2018, σε περιοχές της Αττικής, της Θεσσαλονίκης, της Αλεξανδρούπολης και της Ξάνθης.

Στο πλαίσιο της επιχείρησης συνελήφθησαν συνολικά 20 μέλη και από τις δύο εγκληματικές οργανώσεις (14 για την πρώτη και 6 από την δεύτερη), ενώ ταυτοποιήθηκαν και αναζητούνται άλλα 66 άτομα.

Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία κακουργηματικού χαρακτήρα για -κατά περίπτωση – εγκληματική οργάνωση (σ.σ. για να γίνει κακούργημα η κατηγορία πρέπει να ξεπεράσει το ποσό των 150.00 ευρώ), πλαστογραφία, δωροδοκία υπαλλήλου, δωροληψία υπαλλήλου, κατάχρηση εξουσίας, απιστία σχετική με την υπηρεσία, παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου, αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, τις νομοθεσίες περί Σημάτων, κανόνες ρύθμισης της αγοράς προϊόντων και της παροχής υπηρεσιών και άλλες διατάξεις, πρόληψη και καταστολή της νοµιµοποίησης εσόδων από εγκληµατικές δραστηριότητες και φοροδιαφυγή.

Η πρώτη οργάνωση 

Η δραστηριότητα της πρώτης οργάνωσης ξεκίνησε τουλάχιστον από τα μέσα του έτους 2016, και πρόκειται για δομημένη ομάδα, με ιεραρχική διάρθρωση και διακριτούς ρόλους, η οποία είχε διαρκή δράση. Καθοδηγητική και κατευθυντήρια συμβολή στη δημιουργία της οργάνωσης και στη σχεδίαση και εκδήλωση των επιμέρους εγκληματικών δραστηριοτήτων είχαν τέσσερα μέλη, με απώτερο σκοπό τη μεγιστοποίηση του παράνομου κέρδους της μέσω της τέλεσης περισσότερων αξιοποίνων πράξεων σχετικά με την κατ’ επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ’ εξακολούθηση τέλεση πλαστογραφίας, από την οποία το οικονομικό όφελος υπερβαίνει τα (120.000) ευρώ.

Παράλληλα, για την υποβοήθηση του έργου της οργάνωσης, ηγετικό μέλος αυτής «στρατολόγησε» τρεις τελωνειακούς υπάλληλους και εξασφάλισε τη συνδρομή τους, έτσι ώστε να παραλείπουν τη διενέργεια ελέγχου σε συγκεκριμένα εμπορεύματα που περιείχαν μεγάλες ποσότητες ειδών ένδυσης, υπόδησης κ.α., στα οποία είχαν τεθεί πλαστά σήματα επώνυμων εμπορικών οίκων και ήταν συσκευασμένα σε δέματα ή σάκους.

Οι υπάλληλοι αυτοί ενημέρωναν επίσης το συγκεκριμένο αρχηγικό μέλος ως προς το χρόνο που εργάζονταν ώστε να προγραμματίζεται ο χρόνος διέλευσης από το Τελωνείο των φορτηγών που μετέφεραν τα παράνομα εμπορεύματα, με σκοπό την αποφυγή ελέγχων και την παρεπόμενη βεβαίωση σχετικών διοικητικών πρόστιμων, ενέργεια από την οποία προκαλείτο ζημία στα έσοδα του δημοσίου.

Οι τελωνειακοί εργάζονταν στο τελωνείο των Κήπων και λάμβαναν έως 1000 ευρώ ανάλογα με το εμπόρευμα που μετέφερε κάθε λεωφορείο ή φορτηγό.

Στην ίδια οργάνωση συμμετείχαν και οι τελικοί αποδέκτες των εν λόγω εμπορευμάτων. Τα προαναφερόμενα μέλη της οργάνωσης, είτε διατηρούσαν επιχειρήσεις χονδρικού και λιανικού εμπορίου (καταστήματα ένδυσης, υπόδησης κ.α.) είτε δραστηριοποιούνταν στο υπαίθριο εμπόριο, σε διαφορές περιοχές της χώρας.

Επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις διαχειρίζονταν παράνομα «ηλεκτρονικά καταστήματα», μέσω των οποίων διατίθονταν προς πώληση τα εμπορεύματα που διακινούσαν τα λοιπά μέλη της οργάνωσης, επιχειρώντας όσον αφορά τα προϊόντα απομίμησης να παραπλανήσουν το καταναλωτικό κοινό ως προς την αληθινή προέλευση και ποιότητα αυτών, ως δήθεν παραχθέντων και τεθέντων στην αγορά με την έγκριση των νόμιμων εταιριών.

Η εγκληματική οργάνωση διατηρούσε κεντρική αποθήκη στη Θεσσαλονίκη στην οποία αποθηκεύονταν προσωρινά τα εμπορεύματα, καθώς και αποθήκες σε Αθήνα, Κομοτηνή και Ξάνθη.

Ακολούθως, από την κεντρική αποθήκη της Θεσσαλονίκης τα προϊόντα διατίθονταν στα λοιπά μέλη (καταστήματα) χρησιμοποιώντας συγκεκριμένους κωδικούς. Τα βασικά μέλη της οργάνωσης ενημέρωναν σχετικά τους αποδεκτές αυτών, οργανώνοντας τις διαδικασίες για την παράδοση τους, εκδίδοντας παραστατικά για τη διακίνηση τους, τα οποία μετά την ολοκλήρωση της μεταφοράς συστήνονταν στους οδηγούς των μεταφορικών μέσων η καταστροφή τους.

Σημειώνεται ότι, τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στην αξία των εμπορευμάτων από την Τουρκία, μεταφέρονταν παρακάμπτοντας τη μεσολάβηση τραπεζών ή ιδρυμάτων πληρωμών (προφανώς για να μην ανιχνεύονται οι συναλλαγές αυτές), για την εξόφληση των προμηθευτών, δίχως να δηλώνονται στο Τελωνείο.

Η δεύτερη οργάνωση 

Από την επεξεργασία των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, προέκυψε ότι όμοια μέθοδο δράσης ανέπτυξε και η δεύτερη εγκληματική οργάνωση.

Με συχνότητα μια φορά ανά εβδομάδα περίπου, τα μέλη της, εισήγαγαν συστηματικά με τις προαναφερόμενες διαδικασίες, μεγάλες ποσότητες φορτίων, είτε αποκλειστικά με είδη απομίμησης ή παραποίησης, είτε παράλληλα με αυτά, μεταφέρονταν ποσότητες μη επώνυμων ειδών.

Κατά συνέπεια, τα μέλη της ανωτέρω εγκληματικής οργάνωσης, προέβαιναν: α) στην προμήθεια – αγορά εμπορευμάτων, στα οποία είχαν ενσωματώσει – επικολλήσει – συρράψει πλαστές ετικέτες, σήματα και εν γένει διακριτικά γνωρίσματα, έτσι ώστε από αυτά να προσδιορίζεται η προέλευση τους δήθεν από ορισμένη νόμιμη επιχείρηση,

β) στη μεταφορά από την Τουρκία, εισαγωγή στη χώρα μας χωρίς να δηλώνονται (περιπτώσεις μεταφοράς με λεωφορείο) ή συγκεκαλυμμένα ως προς το πραγματικό χαρακτήρα τους, παραλαβή και αποθήκευση των προϊόντων σε κτιριακές εγκαταστάσεις στην Θεσσαλονίκη και στην Αττική και

γ) στη διανομή – παράδοση και πώλησή τους στο καταναλωτικό κοινό.

Συγκεκριμένα από την έρευνα προέκυψε ότι τα χρηματικά ποσά που μεταφέρθηκαν στην Τουρκία, χωρίς αυτό να δηλωθεί στο αρμόδιο Τελωνείο κατά την έξοδο από την Χώρα, έχουν ως ακολούθως: το 2016 χρηματικό ποσό (124.710) ευρώ, το 2017 χρηματικό ποσό (605.508) ευρώ και το 2018 χρηματικό ποσό (821.008) ευρώ, δηλαδή συνολικό χρηματικό ποσό (1.551.226) ευρώ.

Πάνω από ένα εκατ. ευρώ σε εννιά μήνες

Επιπλέον, προέκυψε ότι το ποσό που εισπράχθηκε από τα μέλη της οργάνωσης, στο χρονικό διάστημα από 13/03/2018 έως 02/12/2018 ως αντίτιμο για τις μεταφορές στη χώρα μας προϊόντων απομίμησης και μη επωνύμων ειδών, παραχθέντων στην Τουρκία, ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των (1.340.901) ευρώ ενώ η ποσότητα των εμπορευμάτων που διακινήθηκαν κατά το ανωτέρω διάστημα διαπιστώθηκε ότι υπερβαίνει τα (8374) δέματα, μη συνυπολογιζόμενων των χρηματικών ποσών και ποσοτήτων που διακινήθηκαν στην Θεσσαλονίκη.

Στην υπόθεση εμπλέκονται και δυο αστυνομικοί, ο ένας από τους οποίους έχει συλληφθεί υπηρετούσε στην ασφάλεια Θεσσαλονίκης διότι υποβοηθούσε το έργο της εγκληματικής οργάνωσης με παροχή πληροφοριών, ενώ ο μη συλληφθείς, λόγω παρέλευσης αυτοφώρου, κατηγορείται για παράβαση καθήκοντος.

Τα ευρήματα 

Από τις σωματικές έρευνες καθώς και τις έρευνες σε οικίες, αποθηκευτικούς χώρους, εταιρείες, οχήματα κ.λπ. βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:

(6.051) τεμάχια διαφόρων απομιμητικών προϊόντων (ρούχα, εσώρουχα, τσάντες, πορτοφόλια, αξεσουάρ, παπούτσια κ.α.),

( 96 ) χρυσές λίρες,

(35) λογότυπα οίκου μόδας,

(2) φορητοί υπολογιστές ( laptop ) και Tablet ,

(5) συσκευές αποθήκευσης δεδομένων USB,

καταγραφικό με 2 κασέτες,

(3) όπλα και (40) φυσίγγια,

(34) κινητά τηλέφωνα, (6) κάρτες SIM και πακέτο σύνδεσης,

(696.015) ευρώ, (3.740) δολάρια, (1.095) τούρκικες λίρες και (1.380) λέβα Βουλγαρίας,

ρολόι, αναπτήρας και φύλλο χρυσού με σχετικό πιστοποιητικό προέλευσης και αυθεντικότητας στην αγγλική γλώσσα,

παραστατικά, έγγραφα, χειρόγραφες σημειώσεις, ατζέντες, βιβλιάρια τραπέζης και (14) τυχερά δελτία και

(1) φορτηγό αυτοκίνητο

Οι συλληφθέντες -κατά πλειοψηφία γεωργιανοί- με τη σχηματισθείσα σε βάρος τους δικογραφία θα οδηγήθηκαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.