Αρχική ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΟΣΜΟΣ “Για την συμφωνία Ισραήλ” γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

“Για την συμφωνία Ισραήλ” γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Σίμος Ανδρονίδης
Σίμος Ανδρονίδης

“Για την συμφωνία Ισραήλ” γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Ο Σίμος Ανδρονίδης είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ,  αναλύει και γράφει για την πολιτική, την οποία τις περισσότερες φορές στα κείμενά του “παντρεύει” με την ποίηση.

«Πληγωμένη από τις καταδίκες, ήρθε τον Αύγουστο μιας μητέρας η επικίνδυνη αγάπη που την έκλεψε ένας καθρέφτης εκείνος είναι στο πλάι ανάμεσα στον ρινόκερο και την πολιτική σαν σχισμή που χωρίζει τις εποχές Ω συνωμότες, τώρα δεν είμαι τίποτε παρά μόνο ένας κοινός περιπλανώμενος που βαδίζει στη σπηλαιώδη σκακιέρα του μουσείου ανταλλάσσοντας  τόπους με ξένους» (Μπέι Ντάο, ‘Πορτραίτο’)

Πριν από λίγες ημέρες, το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, προχώρησαν από κοινού στην υπογραφή μίας ιστορικού τύπου, συμφωνίας που εν ευρεία εννοία, αποτελεί ‘προϊόν’ μίας διαπραγματευτικής προσπάθειας που πύκνωσε τους τελευταίους μήνες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, είχαν έναν μεσολαβητικό ρόλο στην όλη διαπραγμάτευση που έλαβε χώρα, ωθώντας τις δύο πλευρές προς την επίτευξη ενός εκατέρωθεν συμβιβασμού.

Και ως προς το περιεχόμενο αυτής της συμφωνίας, θα αναφέρουμε πως η λέξη-κλειδί, είναι η λέξη συμβιβασμός, με ό,τι μπορεί να σημάνει αυτό, για τις σχέσεις των δύο χωρών, αλλά και για τις σχέσεις του Ισραήλ με Αραβικές χώρες. Ας το δούμε λίγο αναλυτικότερα: Η συγκεκριμένη συμφωνία, προβλέπει ό,τι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προβαίνουν στην αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ, με το τελευταίο, με τη σειρά του, να υποχωρεί από την εκπεφρασμένη και αντι-παραγωγική πολιτική της προσάρτησης στην επικράτεια του των κατεχόμενων από το ίδιο  Παλαιστινιακών εδαφών της Δυτικής Όχθης. Δύο διαπραγματευτικά βήματα πίσω, θεμελιώνουν και νομιμοποιούν μία σημαντική συμφωνία που εν προκειμένω, μένει να περάσει στο στάδιο της εφαρμογής της.

Και πιο συστηματοποιημένα, θα αναφέρουμε πως το μεν Ισραήλ κάνει πίσω από μία πολιτική που άπτεται του τρόπου με τον οποίο και προσλαμβάνει τις εξελίξεις και τις διεργασίες στο Παλαιστινιακό ζήτημα, ενώ τα δε Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα άμεσα αναγνωρίζουν την υπόσταση του κράτους του Ισραήλ, προστιθέμενα στη μικρή χορεία των Αραβικών χωρών που το έχουν πράξει. Και την αρχή την έκαναν η Αίγυπτος (1979) και η Ιορδανία (1984).

Για αυτή την μοναρχία του Αραβικού Κόλπου, που ταυτόχρονα είναι και μέλος του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, η αναγνώριση του Ισραήλ, επιτελούμενη με όρους ιστορικούς αλλά και λειτουργικούς, η στρατηγική επιλογή της θεσμικής αναγνώρισης  το κατοχυρώνει στο διπλωματικό χάρτη’ της περιοχής, αναδεικνύοντας και τις δυνατότητες που μπορούν να υπάρξουν όσον αφορά την επίλυση του Παλαιστινιακού ζητήματος. Η «διεθνοποίηση»[1] του οποίου, για να παραπέμψουμε στον καθηγητή Διεθνών Σχέσεων Αλέξη Ηρακλείδη, πλέον λαμβάνει την μορφή της παρέμβασης σε αυτό περιφερειακών δρώντων και δυνάμεων, που συμπεριλαμβάνουν χώρες όπως την Τουρκία, την Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και πλέον, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Έτσι, θα προσθέσουμε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν σημαντικός ‘παίκτης’ όσον αφορά την εξέλιξη του Παλαιστινιακού ζητήματος (όπως και διάφοροι οργανισμοί),  αλλά όχι ο μοναδικός. Στην ανάλυση μας, δεν ισχυριζόμαστε πως μετά την συμφωνία το Παλαιστινιακό ζήτημα οδεύει αυτόματα ή μεταφυσικά προς επίλυση και δη άμεση επίλυση, αλλά, αντιθέτως, ό,τι μπορούν να διαμορφωθούν προϋποθέσεις αρχικής σύγκλισης και ακόμη και σταδιακής επίλυσης, με άξονα μία συμφωνία που δεν είναι προπομπός επίλυσης όσο προσφέρει μία διαπραγματευτική φόρμουλα επίλυσης.

Πιάνουμε το νήμα από εκεί όπου το αφήσαμε πιο πάνω, κάνοντας λόγο για την πραγματοποίηση δύο βημάτων πίσω. Υπό αυτό το πρίσμα, θα επισημάνουμε πως πρωταρχικά για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το βήμα πίσω, είναι μεγάλο και ιστορικό, καθώς υπερβαίνει χρόνιες αγκυλώσεις, δίχως να θέτει εκτός ατζέντας τις Παλαιστινιακές προσδοκίες για την δημιουργία κράτους. Άρα, κάνουμε λόγο για μία προσέγγιση-τομή, καθότι η αναγνώριση του Ισραηλινού κράτους από μία Αραβική χώρα, [2] συμβαίνει και σε μία περίοδο όπου η χαίνουσα πληγή του Παλαιστινιακού παραμένει ανοιχτή.

Τώρα, για το Ισραήλ, εκεί όπου την τελευταία περίοδο λαμβάνουν χώρα μία σειρά από κινητοποιήσεις που εστιάζουν στο ζήτημα της κυβερνητικής διαφθοράς, η διπλωματική στρατηγική των τελευταίων ετών, και ιδίως μετά από την μείζονα ένταση που δημιούργησε η έφοδος Ισραηλινών κομάντο στο Τουρκικής σημαίας πλοίο ‘Ναβί Μαρμαρά’ πίσω στο 2010, εξελίσσεται, λαμβάνοντας υπόψιν το ποιες Αραβικές χώρες είναι περισσότερο διαθέσιμες για μία διπλωματικού τύπου, προσέγγιση. Και οι σουνιτικές μοναρχίες του Κόλπου προσφέρουν αυτή την ευκαιρία, κάτι που θεωρούμε πως καθιστά την όλη συμφωνία μεταξύ Ισραήλ και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, σύνθετη. Και δίπλα στην παράμετρο των Ισραηλινο-Παλαιστινιακών σχέσεων μπορούμε να προσθέσουμε άλλα δύο κρίσιμα σημείο, συγκροτώντας ένα πρώτο μωσαϊκό της συμφωνίας.

Το πρώτο σημείο σχετίζεται με την δυνατότητα διαμόρφωσης ενός διπλωματικού ‘τείχους’ που θα λειτουργεί ανασχετικά ως προς την επιρροή και την διεύρυνση της επιρροής της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν στην περιοχή (εδώ ικανοποιούνται οι απαιτήσεις ασφαλείας και των δύο χωρών), ‘τείχος’ που μπορεί να συμπεριλάβει μία σειρά χωρών.

Και το δεύτερο σημείο, συνδέεται με τις κινήσεις της Τουρκίας[3] στην ευρύτερη περιοχή που τη φέρουν ως άμεσο δρώντα τόσο στην Παλαιστίνη όσο και στο ‘μαλακό’ υπογάστριο’ των Εμιράτων στη βαθιά Μέση Ανατολή.  Και εδώ αυτό που επιδιώκεται είναι μία προσεκτική έως λελογισμένη διπλωματική-περιφερειακή ‘περικύκλωση’ της Τουρκίας, που θα αξιοποιεί τόσο τον αυξημένο περιφερειακό ρόλο των Εμιράτων,[4] όσο και την στρατιωτική ισχύ του Ισραήλ, που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά, με εμπροσθοβαρή τρόπο.

Μένει να φανεί με ποιον τρόπο αυτή η ιστορική-λειτουργική συμφωνία μπορεί να μεταβάλλει τα ήδη ρευστά δεδομένα, σε μία περιοχή εντός της οποίας υπάρχουν δύο ανοιχτές πολεμικές συγκρούσεις περιφερειακού τύπου (Συρία, Λιβύη), και μία αυξομειούμενης έντασης στα Παλαιστινιακά εδάφη.

[1] Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Κυπριακό πρόβλημα 1947-2004. Από την Ένωση στο Διχοτόμηση,’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2006, σελ. 32.

[2] Ιστορικά, για τις Αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής, η υποστήριξη των ‘αδελφών’ Παλαιστινίων αποτελούσε σταθερά της εξωτερικής τους πολιτικής. Και μέσω αυτής της υποστήριξης προσδιόριζαν και νοηματοδοτούσαν την πρόσληψη του Ισραήλ ως ιδιότυπου ‘κράτους-ταραξία.’ Άρα, το διαπραγματευτικό βήμα πίσω των Εμιράτων, μπορεί να αναγνωσθεί, αντίστροφα,  ως βήμα ή και άλμα προς τα μπρος. Οι προϋποθέσεις για την συμφωνία-αναγνώριση, είχαν ήδη διαμορφωθεί.

[3] Για την Τουρκία η Παλαιστινιακή οργάνωση της ‘Χαμάς’ αποτελεί τον βασικό εκφραστή της θέλησης των Παλαιστινίων.

[4] Εντός του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, φαίνεται ό,τι διαμορφώνεται και ένας δεύτερος πόλος, πέραν της Σαουδικής Αραβίας που λαμβάνει διπλωματικές πρωτοβουλίες σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο: Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.